Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2010

"O άνδρας της ζωής μου..."


Απογοήτευση... απλά και μόνο. Τελικά η πανσέληνος έβαλε το χεράκι της και ήρθε η αναβολή της αναβολής ω αναβολή σε όλα. Ακόμη και στα ταξίδια... μονοχά για πάρτη μου.
Ακόμη να ξεκινήσω δουλείά, από εκεί που παίρνω μόνο χαρές (και πίκρες μην τα εξιδανικευω).
Βαρέθηκα τους κάλπικους φίλους (εκτός από 1,2,3,4,5,6... τέλος παντων μια χούφτα είναι όλοι κι όλοι).
Και αφού το έζησα κι αυτό, τον talk of the town χωρισμό της Ελένης, μόνο ωραίας και πανωραίας μη σου πω και του Γιάννη. Έλα που δεν καταλάβατε... Για το Λατσαίιο ο λόγος που με λιτή επιστολή ανακοίνωσαν τον χωρισμό τους. Έδωσαν το ΟΚ για να βγουν έκτακτα τεύχη περιοδικών και ζήτησαν επιείκεια για τα παιδιά τους. Τσοκαράκια μου, νομίζω ότι πρόκειται καθαρά για ένα διαφημιστικό τρικ. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι όλα της πήγαν τόσο χάλια φέτος της Ελένης, της καραμελωμένης! Ή μήπως αυτός ήταν ο λόγος που έπεσε στην αγκαλιά του πρώτου τυχόντα διακοσμητή; Μπα είπε γάμο τηλεοπτικό έκανα, βγήκα πρώτη στην τηλεθέαση. Τηλεοπτικά γεννητούρια επίσης και μάλιστα τρισάκις. Συγκινήθηκαν, έμειναν έγκυες μαζί μου τα τσοκαράκια μου, και με απογείωσαν. Είπε λοιπόν να το ρίξει στο χωρισμό... Πάντα η θλίψη πουλάει περισσότερο από τη χαρά. Γιατί τσοκαράκια μου είμαστε και λίγο χαιρέκακες, μην μου πείτε ότι όλες οι δεσμευμένες δεν είπατε "Ευτυχώς που δεν είμαι στην θέση της". Αν και μία θα ήθελα σαν κολασμένη να είναι στην θέση της. Και δεν είναι αυτή που νομίζετε όλοι.
Είναι που είναι στον πάτο φέτος η Ελένη, ποια Ελένη; Μα η καραμελωμένη, μην πω το άλλο και με πριονίσει η τσοκαρία...
Εκτός αν εκεί στον πάτο, μετά την αποκαθήλωση βρήκε καινούριο μοτίβο στη ζωή της. Παρηγοριά σε άλλη αγκαλιά. Ελάτε τσοκαράκια μου πόσες φορές, όταν όλα μας πάνε στραβά, έχουν χαλάσει και τα τακουνάκια μας, δεν αλλάζει η ψυχολογίας μας μόλις μας κάνουν ένα κομπλιμέντο, μας δώσουν τη δέουσα σημασία... αχ, τα αγόρια.
Μπορεί βέβαια από την άλλη να φταίει ο Γιάννης της, ο οποίος βαρέθηκε την υστερία της καραμελωμένης που έπιασε βυθό και να αναζήτησε την ερωτική συντροφιά σε πιο "γκαγκά" άτομα. Περί ορέξεως... κολοκυθόπιτα! Και η Ελένη, η καραμελωμένη αυτόμάτως παίρνει πάλι τον άχαρο ρόλο της κερατωμένης. "Αχ την καημένη, για να δούμε πώς είναι; Χάλια;" Θα πουν όλα τα τσόκαρα με το χαμογελάκι τύπου καλά να πάθεις που νομίζεις ότι τα έχεις όλα. Αμέσως η τηλεθέαση της θα εκτοξευθεί στα ουράνια.
Αν και εγώ τσοκαράκια μου, γιατί είμαι μεγάλη... τσοκαρία, τι νομίζατε θα έλεγα, πιστεύω ότι η τηλεοπτικής τους πτώση του ζεύγους έφθειρε και την προσωπική τους ζωή, η οποία τρεφόταν από τις γκλάμουρους ΚΟΙΝΕΣ εμφανίσεις, τα χλιδάτα βαπτίσια και τις σκαφάτες και με πολλά εξώφυλλα ΚΟΙΝΕΣ διακοπές. Είχαμε μάθει τι αντηλιακό προτιμούν, Carotten No 30 για τον άνδρα της καραμελωμένης, Burn me (για το τροπικό μαύρισμα της μαύρης Ελένης)και για τα παιδιά Pepanthol baby!
Άραγε λεισμένη στο πυργο της η πρώην βασίλισσα τι να σκέφτεται αυτή τη στιγμή; Μα τι ρωτώ; Ότι όλες μας τσοκαράκια μου σε ανάλογες περιπτώσεις. "Γιατί σε μένα;" και συμπληρώνει την αιτιολογία, είτε για το κέρατο, είστε για την τηλεθέαση, είτε για το ρεζιλίκι, είτε για αυτόν που της άλλαξε τη διακόσμηση...
Το μόνο σίγουρο είναι πως σήμερα η Ελένη, η πρώην καραμελωμένη και νυν στραπατσαρισμένη, εκανε πολλούς, όπως εμάς τσοκαράκια μου να λέμε...
Άρα τι μου έμεινε κι εμένα του απλού θνητού τσοκάρου; Να παραδεχτώ ότι "Ο άνδρας της ζωής μου... είμαι ΕΓΩ!" Αφού οι αγάπες μου με κατάντησαν τρελή στο παρα κάτι.
Να φύγετε να πάτε άλλου φαλλοκράτες!


"Ο άνδρας της ζωής μου είμαι εγώ... πονάω που το λέω μα είναι αλήθεια." Αφιερωμένο στην Ελένη και κάθε Ελένη...

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2010

ΒΕΡΑ ΣΤΟ ΔΕΞΙ (2)

Και τώρα η συνέχεια…


Οι τυχαίες συναντήσεις στο παρκάκι και στο ασανσέρ της πολυκατοικίας σταμάτησαν. Χωρίς να πούμε τίποτα ο ένας στον άλλον. Ο παρ’ ολίγον Ρούντολφ μου, το μωράκι μου, είχε αρχίσει να γράφει το βιβλίο του και ομολογουμένως ήταν αρκετά καλό. Ο καλλιτεχνικός οίστρος τον είχε τσιμπήσει…

Εγώ πολλή δουλειά. Αλλά όποτε μπορούσαμε κάναμε προσπάθειες να αναθερμανθεί η σχέση μας.

Ναι, συγχωρήστε με. Είχα σφάλει. Δεν έπρεπε να λερώσω το στεφάνι μου. Ούτε καν να το προσπαθήσω. Κόντευα να ξεχάσω το πρόσωπο του Πέτρου. Άφαντος. Μέχρι που…

Κάποιο μεσημέρι, επιστρέφοντας άξαφνα από τη δουλειά για να πάρω κάτι σημειώσεις που είχα ξεχάσει τον αντίκρισα στο γνωστό ασανσέρ.

Η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη. Λέξη από το χείλη μας δεν βγαίνει. Τα κορμιά μας τα διαπερνά ηλεκτρικό ρεύμα 220 volt και παίρνουν φωτιά. Η επιθυμία μου; Nα εκτοξευτώ μέχρι τον 3ο , ενώ μετανιώνω που δεν έχω πάει με τις σκάλες. «Πάλι βάζω σε κίνδυνο το στεφάνι μου», σκέφτεται εκείνος!

Μεταξύ δευτέρου και τρίτου έχουμε ήδη ανταλλάξει ένα παθιασμένο γαλλικό φιλί. Ούτε κουβέντα. Τα είπε όλα η σιωπή.

Ανοίγω βιαστική την πόρτα του ασανσέρ. «Τι συμβαίνει;», ρωτά ο θαυμαστής του Φίλιπ Ροθ. Τι να σου εξηγήσω; Ότι είδα τον παρ’ ολίγον εραστή μου και έτοιμη ήμουν να σου βάλω το κέρατο… Αλλά πάλι τυχερούλη τη γλίτωσες; Να ανάψεις κανένα κεράκι. Μόνο απάντησα, «Όλα καλά. Ξέχασα κάτι σημειώσεις…»

Είχε ήδη πέσει με τα μούτρα στο βιβλίο του. Ευτυχώς μεθαύριο που είχαμε επέτειο θα βγαίναμε. Θα την γιορτάζαμε όπως παλιά.

Τι πήγα να κάνω στον χρυσό μου, που όλα μου τα φέρνει στο χέρι. Μέχρι και φρυγανιά με μερέντα το πρωί. Όχι σαν τον «παντρεμένο» που φοβάται το «Νινί» του, την αφέντρα!

Αυτά έλεγα στον εαυτό μου για να τον σιχαθώ. Και είχα αρχίσει να με πείθω, αλλά η Βίσση από τα μεγάφωνα του ασανσέρ είχε αντίθετη άποψη, «Προσπαθώ να σε ξεχάσω, όμως μάταια, μάταια τίποτα δεν γίνεται…»

Δουλειά, σπίτι, σπίτι, δουλειά. Το μωράκι μου, που είχε ξαναγίνει το κέντρο του ερωτικού μου σύμπαντος, να μου αφηγείται το νέο του μυθιστόρημα, «Μια κοινωνία, 1000 κραυγές». Κι εγώ ήθελα να ενωθώ μαζί με τις χίλιες κραυγές και να γίνω μία ακόμη, με αυτά που ζούσα.

Σάββατο 21 Απριλίου. Σαν σήμερα πριν οκτώ χρόνια έκανα τη δική μου επανάσταση. Οχι με τανκ, αλλά με λιμο - πληρωμένη από τον μπαμπα, γιατί αν περίμενα από τον συγγραφέα... Ετοιμαζόμουν να ανέβω τα σκαλιά της εκκλησίας με τον άνδρα της ζωής μου, την μοναδική μου αγάπη, τον Ρούντολφ μου – του έμεινε το παρατσούκλι, έστω κι αν δεν τον κεράτωσα. Θα τα γιορτάζαμε δεόντως, είχαμε ξεπεράσει τα «7 χρόνια φαγούρας».

Μου είχε ετοιμάσει μια έκπληξη. Ευχόμουν να μην πηγαίναμε πάλι στον «Ιανό» για να ακούσουμε τα άπαντα του Φίλιπ Ροθ. Φέτος ήθελα καλό εστιατόριο, κεριά, ρομαντικό δείπνο και οστρακοειδή που είναι και αφροδισιακά. Εξάλλου εγώ πλήρωνα! Γιατί αν περίμενα από την «Μια κοινωνία, 1000 κραυγές», με λακέρδα και ρέγγα στο λαδόχαρτο θα την έβγαζα.

Αναμένουμε το ασανσέρ… Ανοίγει την κοιλιά του το κήτος με την μουσική και μας υποδέχεται. Δυστυχώς μας τράβηξε εκεί που δεν έπρεπε, στον 5ο όροφο. Στου «παντρεμένου» με το Νινί – αφέντρα, την κ. Κοκοβίκου.

Εγώ κολλημένη πάνω στην αγάπη μου σαν ερωτευμένα μαθητούδια. Εκείνοι με την βέρα στο δεξί! Αυτός επίσημο ένδυμα και το άρωμα που με έκανε να θέλω να του δαγκώσω το λαιμό.. Η madam Κοκοβίκου με φόρεμα κοκτέιλ, πέρλες στο λαιμό, με κότσο σινιόν και μια τσαντάρα Gucci που χωρούσα εγώ και η Λούσι μου μαζί.

Ξεκίνησαν οι κύριοι. «Θα βγείτε;», ρωτά ο αντίζηλος. «Ναι, έχουμε επέτειο σήμερα», πρόσθεσε ο δικός μου, «Της έχω ετοιμάσει μια έκπληξη». Τον σκουντάω, δεν χρειάζεται να δώσει λεπτομέρειες. Ο «παντρεμένος» μας ενημέρωσε ότι θα την πάει στο Μέγαρο, έχουν εισιτήρια για την Καμεράτα. Ανάθεμα κι αν ήξερε η αφέντρα από Καμεράτα και λυρική. Έτσι για το θεαθήναι πήγαινε και για να επιδείξει την Gu(μου)cci-άρα της.

Ο Ρούντολφ να γλυκοκοιτάζει την κυρία με τον σιονόν κότσο. Εμένα να με γδύνει το «σκαναριστό» βλέμμα του Πέτρου και γενικά «είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα».

Και θα γινόμασταν ωραιότερη ατμόσφαιρα από τη στιγμή που κόλλησε το ασανσέρ. Κι ύστερα σου λένε καινούρια τεχνολογία, λειτουργεί με νερό. Χώρια που πληρώνουμε στα κοινόχρηστα την αξία της μισής τσάντας της συζύγου του «παντρεμένου».

Μόνο η μουσική δεν σταματούσε… Είχαμε τον Πανταζή, να κάνει συστάσεις, «Από εδώ η γυναίκα μου κι από εδώ το αίσθημα μου» για να πάρει την σκυτάλη ο Μακρόπουλος με ερωτήματα του τύπου, «Ύποπτο το αίσθημά σου, ύποπτο; Πάντα ήθελες να το έχει δίπορτο;»

Να χτυπάω την πόρτα. Να πιέζουμε το κουδούνι, να έχουμε και την αφέντρα να μας έχει πρήξει, «Νινί, λιποθυμώ, νινί. Έχω κλειστοφοβία, νινί.» Και ο Ρούντολφ, θέλετε από συμπαράσταση στην ταρανδούλα να την καθησυχάζει. «Ηρεμήστε, σε λίγο θα μας βγάλουν… Πάρτε μια βαθιά ανάσα» και εκείνη με μελιστάλακτο ύφος, «Ναι, ε; Με ηρεμείτε δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο. Ούτε η γιόγκα δεν μου κάνει τόσο καλό».

Η κουφή γριούλα του 2ου δεν θα έπαιρνε είδηση. Τα κοκαλάκια μας θα έβρισκε ο Indiana Jones του μέλλοντός μας. Όσο για το ζευγάρι του πιλότου και της αεροσυνοδού, του 4ου , έλειπαν Βρυξέλλες. Ο ένοικος του πρώτου θα είχε βγει από νωρίς στο Villa… Αυτό ήταν, ήμασταν έρμαια της τύχης μας.

Εγώ με τον παντρεμένο Πέτρο, όσο τα ταίρια μας έκαναν τεχνικές ανώδυνου «ασανσέρ», αναπαριστούσαμε τη διαφήμιση ψάχνοντας σήμα στο κινητό. «Μέσα σε λίγα τετραγωνικά…», όπως ακουγόταν τώρα ο Πλούταρχος.

Ιδρώναμε, ξεϊδρώναμε. Κανείς για να μας απεγκλωβίσει. Παίρνει το λόγο ο Πέτρος. Σαν το τραγούδι του Βοσκόπουλου, «οι άνδρες δεν μιλούν πολύ, το δείχνουν με πράξεις». «Από αύριο θα μαζέψουμε υπογραφές για να ξηλώσουμε τα ηχεία του ραδιοφώνου από το ασανσέρ… Δεν πάει άλλο!», ελάλησε ο «παντρεμένος». Τουλάχιστον είχε τελειώσει ο Μπιθικωτσής…

Έτσι ξαφνικά, όπως σταμάτησε, έτσι ξεκίνησε το βρωμοασανσέρ… Είχαν περάσει όμως δύο ώρες. Τι να το κάνω; Πάει και η επέτειος, πάει και η έκπληξη, πάει και η Καμεράτα, πάνε όλα.

Πάλι ο εκκολαπτόμενος Φίλιπ Ροθ αμόλυσε την κοτσάνα του. «Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, δεν έρχεστε σπίτι να φτιάξω κάτι να φάμε;». «Ναι, ωραία ιδέα, γιατί αυτή η κλειστοφοβία μου έφερε μια πείνα. Ε, νινί; Εσύ δεν πεινάς;» Κατακόκκινος ο κύριος Νινί γούρλωσε τα μάτια και σήκωσε τους ώμους συγκαταβατικά.

Εκείνο το βράδυ ένας θεός ξέρει πως πέρασε. Με υπομονή, γιόγκα, που κάνει και η κ. Κοκοβίκου και πολύ κρασί. Κι όλο να τον βλέπω στο ποτήρι μου και πίνοντας να… τον θυμάμαι στην μία και μοναδική απόπειρα κερατώματος.

Τα ταίρια μας είχαν ταιριάξει… Ποιητής φαμφάρας, ο δικός μου και εκείνη ξιπασμένη ψευτοκουλτουριάρα να ανταλλάσουν απόψεις για ποιήματα του Καβάφη. «Οι βάρβαροι ήταν μια κάποια λύσις», όπως σοφά είχε γράψει ο ποιητής. Λες και προικονομούσε την ανάλυση του Ρούντολφ και της αφέντρας.

Φεύγοντας οι παντρεμένοι του 5ου προτίμησαν τις σκάλες. Για να γλιτώσουμε το μουσικό σχόλιο του ασανσέρ. Εγώ και ο Πέτρος συναντηθήκαμε ξανά την Δευτέρα στο άτυπο ραντεβού μας καθώς πηγαίναμε για δουλειά.

Και ο καιρός περνούσε. Μόνο τα βλέμματα πρόδιδαν ότι υπήρξε ανάμεσά μας ένα φλερτ, ένα κόρτε και τίποτα παραπάνω. Βρυχήθηκε, βέβαια, το τέρας με νερό που αντί να μας μεταφέρει από όροφο σε όροφο σχολίαζε ειρωνικά τη ζωή μας. «Παντρεμένοι και οι δύο γύρνα σε παρακαλώ…», μουσικό άσμα λαϊκό με την τσίμπλα στο μάτι. Απλά έριχνε λάδι στα αισθήματά μας.

Εγώ με τον παντρεμένο διακόψαμε κάθε είδους σχέση, ακόμη και διπλωματικές. Μόνο μια υπογραφή έβαλα σαν ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος για να ξελαρυγγιάσουν το ενοχλητικό μουσικό κουτί του ασανσέρ.

Πείτε μου, όμως, εσείς σαν γυναίκες. Δεν θα σκεφτόσασταν να δώσετε μια ακόμη ευκαιρία σε αυτόν τον έρωτα που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια μεγάλη αγάπη; Απλά την αφήναμε να φύγει. «Σαν χελιδονάκι μέσα στα χέρια… ήμουν αγέννητη ως τα χθες», θα προσέθετε το ασανσέρ.

Αχ, τελικά παιχνίδια που μας παίζει η ζωή. Από πρωταγωνιστές γινόμαστε κομπάσοι. Μεσημέρι. Σπάνια επέστρεφα σπίτι, αλλά η γρίπη με έχει καταρρακώσει. Ή μήπως το ανικανοποίητο στη ζωή μου; «Sex, wild sex...σε βλέπω και τρελλαίνομαι… sex, wild sex!», η μουσική υπόκρουση καθώς έκλεινε η πόρτα του ασανσέρ και άνοιγα την πόρτα του σπιτιού μου…

Η κυρία Κοκοβίκου, σύζυγος του «παντρεμένου» Πέτρου, να ιππεύει καταμεσής του σαλονιού μου, πάνω στο χαλί που ΕΓΩ είχα πληρώσει τον «δούρειο ίππο» του Ρούντολφ. Η Λούσι μου, ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας της παρανομίας τους, στο μπαλκόνι τιμωρία.

«Βρε αχαΐρευτε, που μου το έλεγε η μανούλα μου να μην σε πάρω. Ζώο όρθιο που πλήρωσα το βιβλίο σου για να μην σε πολτοποιήσουν, μου το παίζεις και γαμπρός; Και με πια με την άχρηστη γυναίκα του από πάνω μας που δεν είναι άξιος ούτε να την απατήσει;» Αυτά ήθελα να εκτοξεύσει το στοματάκι μου, αλλά πάλι η κυρία νίκησε την κατίνα μέσα μου.

Έκλεισα την πόρτα βαριά πίσω μου, στη ζωή μου. Μια γυναίκα φεύγει. Μια σωστή κυρία… Το μόνο που είπα πριν ήταν, «Να τη χαίρεσαι».

Στην κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας συναντώ τον μέχρι πρότινος παράνομο δεσμό μου. Αλλά τελικά εμείς αποδειχθήκαμε όχι απλώς θύματα, αλλά τεράστια κορόιδα σε αυτή την ιστορία!

Ο «παντρεμένος» ξεκίνησε να μιλά για το λάθος μας που αφήσαμε μια αγάπη να χαθεί. Μια αγάπη… «προδομένη από τους συζύγους μας», του συμπληρώνω. Αποσβολώθηκε. «Ούτε για ένα κέρατο δεν ήμασταν ικανοί. Μα την έφεραν», το είπα.

Το ασανσέρ - Νότης Σφακιανάκης τραγουδούσε πάλι, «Πιο ξένοι κι από τους ξένους θα γίνεις… στο δρόμο αν με δεις θα κρυφτείς!»

Ο «παντρεμένος και κερατωμένος» Πέτρος ούρλιαξε θυμωμένα, «Θα τα σπάσω, θα τα σπάσω». Κατέβηκε σφαίρα τα σκαλιά προς το λεβητοστάσιο. Φοβήθηκα ότι θα γίνει κάποιο φονικό… Έτρεξα ξοπίσω του για να σώσω ότι σώζεται.

Πιάνει τα μεγάφωνα του ασανσέρ και τα πετάει με δύναμη στο πάτωμα. Πατάει πάνω τους, λες και αυτά έφταιγαν για την κατάντια μας. Βραχνιασμένα πια απαντούν με κοροϊδευτικό ύφος, «Πάρε τηλέφωνο τον κερατά, καλύτερα τώρα παρά μετά!»

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ... EXCLUSIVE... Ολο το παρασκηνιο!



Αποκλειστικές εικόνες και όλο το παρασκήνιο όπως σας υποσχεθήκαμε τσοκαράκια μου από το γραφείο των συνονόματων παρά ένα "α". Video από τον τσακωμό των συνεκδοτών και δείτε μια γυναίκα - πρόσωπο κλειδί στην υπόθεση...

ΒΕΡΑ ΣΤΟ ΔΕΞΙ…

Η αρχή...


Είμαι κρυμμένη πίσω από τον θάμνο στο παρκάκι της γειτονιάς μου. Με τα μαύρα τεράστια γυαλιά μου και το μικρό μου τσιουάουα για κάλυψη.

Εκείνος με τη γυναίκα του. Φαίνεται είχαν πάει για ψώνια γιατί δεν τον βλέπω όπως είναι χωμένος πίσω από τις σακκούλες. Ακούγεται το κινητό του. «Άντε ακόμη να το σηκώσεις;», τον προστάζει η αφέντρα.

«Έλα, εγώ είμαι», λέω χαμηλόφωνα, «πότε θα έρθεις; Έχω ξεροσταλιάσει και ο άνδρας μου με έχει πάρει τέσσερις φορές μήπως χάθηκε η Λούσι…». «Ποια; Δεν σας ακούω καλά κύριε Γενικέ», το γνωστό σύνθημα. «Το σκυλί μας. Το έπιασα το σήμα. Πάρε με.»

Ακούω τη φωνή του καθώς χάνεται μέσα από τα βουητά του δρόμου να δικαιολογείται στην γυναίκα του. «Ο κύριος Γενικός ήταν. Απόψε μάλλον θα μας βγάλει έξω τα στελέχη της εταιρείας για να συζητήσουμε για το θέμα της… της… πες το» για να τον διακόψει απότομα η κυρία Κοκοβίκου, «Να σου πω φουα γκρα πήραμε; Γιατί δεν θέλω να λέει πάλι η βλάχα ότι… Συγγνώμη, μου έλεγες κάτι;».

Βιάζεστε να με χαρακτηρίσετε. Πού είναι η γυναικεία σας αλληλεγγύη; Το ξέρω είμαι αλλουνού είναι αλληνής, αλλά τι κι αν έχει βέρα – τι κι αν την φορώ κι εγώ μασίφ πλατίνα - τον σκέφτομαι όλη μέρα… Αγαπάω σαν παιδί αγαπάω και ώρες δύσκολες περνάω.

Αν δεν με καταλαβαίνετε εσείς, γυναίκες μου, ποιος θα με καταλάβει. Ένα σφάλμα έκανα, γιατί πρέπει να με δικάσετε; Ο έρωτας είναι τυφλός. Η αγάπη έρχεται μια φορά, αλλά μήπως έρχεται και δύο και τρεις και χίλιες δεκατρείς; Όχι, δεν θέλω να σας βάλω φιτιλιές να κάνετε το ίδιο, ούτε μου αρέσει που ο άνδρας μου, το μωράκι μου, το φως μου και η αγάπη μου έχει γίνει ο Ρούντολφ το ελαφάκι.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Είναι η ώρα 8 το πρωί. Βγαίνω από την πόρτα του διαμερίσματος και σχεδόν ντύνομαι στο διάδρομο. Το ασανσέρ σταματάει, αλλά δεν θα είμαι μόνη μέσα. Ο σύζυγος, ο Ρούντολφ, μου βάζει στο στόμα μια φρυγανιά έτσι για να μην φύγω με άδειο το στομαχάκι μου. Ο χρυσός μου όλα μου τα παρέχει!

Μέσα στο ασανσέρ συναντάω τον Πέτρο, τον «παντρεμένο» του 5ου ορόφου. «Καλημέρα», λέω με το στόμα γεμάτο. «Καλή όρεξη», λέει ο άνθρωπος σε μια γουρούνα πασαλειμμένη με μερέντα στη μύτη. Κάνω ένα νεύμα συγκαταβατικό. Λόγια του ασανσέρ…

Την επόμενη μέρα το ίδιο σκηνικό. Μόνο που η μερέντα έλειπε από την μύτη μου. «Καλημέρα, σήμερα δεν έχει φρυγανίτσα;» έτοιμη είμαι να του πω κανένα βαρύ, γιατί εγώ όλα τα ανέχομαι εκτός από την ειρωνεία. «Όχι.», σκέτο νέτο, και υπονοούσε αντί για καλημέρα την κακή του και την ψυχρή του.

Ξημέρωσε ο Θεός την ίδια μέρα, για μια εβδομάδα, για δεκαπέντε μέρες… Σαν να ζούσα την ημέρα της μαρμότας. Καμία διαφορά. Τυποποιημένα λόγια σε ένα άτυπο ραντεβού. Μόνο τα βλέμματα μιλούσαν και η μουσική του ασανσέρ που συνωμοτούσε σε βάρος μας, «Στο ασανσέρ που συναντιόμαστε, φανταζόμαστε να συμβαίνουν τα πιο τρελά…»

Την δέκατη έκτη μέρα έβαλε ο διαβολάκος την ουρά του στην προκειμένη περίπτωση η σκύλα μου η Λούσι. Την πήγα στο πάρκο. Είχα τσακωθεί άγρια με τον Ρούντολφ μου. Αιτία η καταστροφή την παρουσίασής μου. Εργασία μηνών. Κατανάλωση φαιάς ουσίας και απόσταγμα του ταλέντου μου, όλα εκεί. Και μέσα σε μια στιγμή… πάτησε ένα κουμπάκι που σκότωσε χιλιάδες Μανδαρίνους, αλλά για εκείνον δεν συνέτρεχε λόγος.

Ανταλλάξαμε λόγια βαριά. Που κάθεσαι όλη μέρα στο σπίτι και αντί να γράφεις την βγάζεις στο facebook. Γιατί ξέχασα να σας πω είναι συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο έγινε best seller… μόνο για το σόι μου που αγόρασε σχεδόν όλα τα αντίτυπα. Μην πληγωθεί ο γαμπρός τους ο συγγραφέας. Χώρια που χρειάστηκε να πληρώσω τον εκδότη για να μην πολτοποιήσουν τις ιδέες του πάλι…

Εκείνος με κατηγόρησε ότι δουλεύω πολλές ώρες, ότι δεν καταλαβαίνω τις ανάγκες του, ότι είμαι εγωίστρια και άλλα πιο βαριά.

Το κλάμα μου και η ανάγκη του σκύλου μου με έβγαλε στο πάρκο της γειτονιάς. Ο Πέτρος ο «παντρεμένος» γύριζε με μια εφημερίδα στο χέρι και τσιγάρα, πιθανόν από το περίπτερο. Είχα παρατηρήσει τις σπινθηροβόλες ματιές του μέσα στο ασανσέρ.

Πάντα το κλάμα προσελκύει έναν άνδρα και τον διώχνει επίσης, ανάλογα την περίπτωση. Τώρα με πλησίαζε. «Τι έχετε; Γιατί κλαίτε; Τι σας συμβαίνει;», έτοιμη ήμουν να του χιμήξω. «Άνδρες γουρούνια» σκεφτόμουν, αλλά τα μάτια του, το χαμόγελό του, η βραχνάδα της φωνής του με κράτησαν να τον κοιτάζω…

«Να, τίποτα, κάτι μπήκε στο μάτι μου», οι γνωστές κλισαδούρες. Θεέ μου τι έλεγα! Κι εκείνος να με κοιτά στα μάτια σαν να με σκανάρει. Διαισθάνθηκα ότι διάβαζε και την πιο μύχια σκέψη μου. «Πάντως ότι και να είναι θα περάσει...», συνέχισε, «Ελάτε πάμε για ένα καφέ εδώ πιο κάτω!»

Κουβέντα στην κουβέντα ο καφές έγινε φαγητό, μετά ήρθε το γλυκό και ξανά καφές και ούτω κάθε εξής. Μας πήρε η νύχτα να μιλάμε για τα κοινά μας ενδιαφέροντα, τον μοντελισμό, την ποίηση, το θέατρο και να σχολιάζουμε την Ματσούκα στους Βατράχους το καλοκαίρι στην Επίδαυρο. Ήταν κι αυτός εκεί!

Πάλι ο Ρούντολφ έλειπε, γιατί προτίμησε να πάει στην παρουσίαση βιβλίου στον Ιανό για το είδωλο του τον Φίλιπ Ροθ.
Αυτή η συνάντηση τυχαία επαναλήφθηκε πολλές φορές. Θα μου πείτε πάνω από δύο παύει να είναι τυχαία. Με παρακολουθούσε…

Τι να κάνουμε αν και στους τέσσερις τοίχους κλεισμένη το σουξέ μας το έχουμε! Κι αυτό μου είχε τονώσει την αυτοπεποίθησή μου. Μόνο ένα με κρατούσε. Η βέρα στο δεξί.

Με τα λόγια του… Αυτά τα λόγια του, έμοιαζαν με τα λόγια τη πλώρης του Καρκαβίτσα και έτσι έπεσε και το τελευταίο οχυρό! Οι ηθικοί μου φραγμοί!

Παιδιά, σκυλιά δεν είχαμε – εντάξει, εντάξει, πάψε Λούσι σε ακούσαμε. Παιδιά δεν είχαμε, εγώ είχα σκυλί – σου αρέσει τώρα; Οκ - το μοναδικό εμπόδιο για να ολοκληρώσουμε τον έρωτά μας ήταν η βέρα… Την βγάλαμε και οι δύο και ησυχάσαμε. Μόνο η κ. Kοκοβίκου διαμαρτυρήθηκε για λίγο, αφού με την καινούρια της Louis Vuitton το ξέχασε με τη μία.

Ο ταρανδούλης μου ούτε που το πρόσεξε. Μόνο αν κάτι τέτοιο το είχε κάνει ο Φίλιπ Ροθ. Κι ο έρωτας μου φούντωνε, πιο πολύ μέρα με τη μέρα.

«Παράνομος κι αν είναι ο δεσμός μας εμείς τον δέσαμε με αγάπη κι αισθήματα… Τώρα θα μας καταδικάσει η κοινωνία και τους δύο μας; Εμείς θα πούμε της καρδιάς είμαστε θύματα»
Μην μου πείτε ότι δεν σας έχει τύχει, έστω να φλερτάρετε απανταχού παντρεμένες, γιατί δεν θα σας πιστέψει κανείς…

Δίναμε ραντεβού στο γνωστό παρκάκι που είμαι τώρα… Το συνθηματικό μου, αν ήταν μπροστά ο Ρούντολφ για να κλείσει το τηλέφωνο, «Δεν ακούγεσαι, δεν ακούγεσαι ξανά πάρε μαμά…» κι εκείνος «Κύριε Γενικέ…», δερβέναγα στο κεφάλι μου, συμπλήρωνα και γελούσε δήθεν με το αστείο του Γενικού.

Μέχρι που μας έπιασε ο άνδρας μου. Μην φανταστείτε επ’ αυτοφώρω και να φωνάζει «Μοιχαλίδα, θα σε κουρέψω», γιατί λόγω συγγραφικής αδείας μπορεί και να το έκανε… Αλλά έγινε κάτι πιο απλό. Ο «παντρεμένος» με πήρε τηλέφωνο. Εγώ έλεγα το συνθηματικό της άσκησης Παρμενίον κι η μαμά μου είχε καλέσει στο σταθερό και μιλούσε μαζί του.

Το μπάλωσα. Με χίλιες δικαιολογίες. Δήθεν ήταν η Φούλα από το γραφείο που έχει παρόμοιο τηλέφωνο με την μαμά και μπερδεύτηκα.

Τι γίνεται, όμως, όταν ο «παντρεμένος» βρέθηκε να απολογείται στην κυρία Κοκοβίκου γιατί ο κ. Γενικός τηλεφωνούσε στο κινητό του, ενώ βρισκόταν καλεσμένος σε πάνελ ενημερωτικής εκπομπής; Μαγνητοσκοπημένη δεν ήταν. Αποδείχθηκε από τις τηλεφωνικές επικοινωνίες.

Ακούγαμε από τον 5ο όροφο στον 3ο να σπάνε τα βάζα όλης της γνωστής κινέζικης δυναστείας των Χαν και τα κρύσταλλα Βοημίας που είχαν κουβαλήσει από το γαμήλιο ταξίδι τους. Ενώ συνοδευόταν κάθε σπάσιμο με κοσμητικά επίθετα και μαθήματα ζωολογίας, με πρωταγωνιστές τα «γουρούνια» και την κατηγορία των παχύδερμων.

Ποινή που του επιβλήθηκε; Καναπές, αφωνία μπροστά της και σαν άλλη Φιλιππινέζα έπρεπε να λέει σε όλα «Yes Madam!».
Εμένα ποινή; Φυσικά και δεν του επέβαλα του πρώην μωρού μου, της πρώην αγάπης μου. Κι αυτός κάτι σαν να ψιθύρισε, «Μήπως θα μπορούσες να ξαναφορέσεις τη βέρα σου…», αλλά το βλέμμα μου δεν του άφησε περιθώρια.

Είμαι στο παρκάκι. Η μπόρα έχει κοπάσει στις σχέσεις μας. Ο κ. Γενικός ξαναγύρισε στη ζωή μας. Τον περιμένω. Έχω να ανακοινώσω στον «παντρεμένο» ότι ήρθε η στιγμή να ενώσουμε σώματα και κρανία!

Καταφθάνει. Αγχωμένος όπως πάντα. Ρίχνει μια κλεφτή ματιά μήπως τον έχει ακολουθήσει η γυναίκα του. Φοράει τα γυαλιά του. «Αγάπη μου, τι σου έχω; Έκπληξη!», λέω γεμάτη χαρά.

Όπως, σε ένα φτηνό ξενοδοχείο να τρυπώσουμε και από το βράδυ ως το πρωί να ξεφαντώσουμε. Να κάνουμε αγκαλιές και φιλιά και άλλα κόλπα ερωτικά… Εκείνος στον 7ο ουρανό, τραγουδούσε ντουέτο με Πανταζή.

Κανονίζουμε. Η δικαιολογία κλασική εικονογραφημένη: «Αγάπη μου, θα αργήσω στο γραφείο. Έχουμε πολλή δουλειά. Αν πεινάσεις φάει!»

Για μένα μαύρα γυαλιά και μαντήλι, σαν τσαντόρ για να μην με δει κανένα μάτι. Μύριζα ότι ήμουν παντρεμένη από μακριά. Εκείνος σηκωμένους γιακάδες και καμπαρντίνα. Ο Τραβόλτα που έφερνε βόλτα, μην είναι κανένας γνωστός! Κωδικό όνομα: Παπαδόπουλος. Αριθμός δωματίου 335. Εννοείται ότι μπήκαμε χωριστά.

Το φτηνό ξενοδοχείο αποδείχθηκε λιγάκι πιο ακριβό, για να μην μας δει κανένα μάτι. Σουίτα, με σαμπάνιες και φράουλες… Αλλά το άγχος μας δεν μας άφηνε να χαρούμε τη στιγμή. Στα πρώτα φιλιά ζεστάθηκε η ατμόσφαιρα, αλλά το κινητό με φωνητική ειδοποίηση μας διέκοψε, «Νινί, νινί», επαναλάμβανε μια φωνή από computer.

Πίνουμε ένα ποτηράκι, έτσι για να χαλαρώσουμε… Αρχίζουμε ξανά. Φιλάκια, χαδάκι κι άλλες ζαβολιές. Χτυπάει η πόρτα. Τρομάρα που πήραμε. Έτοιμοι ήμασταν να αναφωνήσουμε, «Δεν κάναμε τίποτα… Δεν είναι αυτό που νομίζετε.»

Μια ανδρική φωνή μας ειδοποιεί, «Room service». Μα δεν παραγγείλαμε τίποτα, θα απαντήσουμε. Φεύγει. Πώς να συνεχίσουμε. Σταμάτα, ξεκίνα θα καεί η φλάτζα. Τρίτη και φαρμακερή… Ξανά το τηλέφωνο, «Νινί, νινί».

Ο ανδρικός εγωισμός που ήταν χαμηλά, πολύ χαμηλά ήταν πιο πεσμένος κι από τον Dow Jones μετά το κραχ της Wall Street.

Μαζέψαμε τα παντρεμένα κομμάτια μας και πήραμε το δρόμο της επιστροφής. «Τυχερός ο άνδρας σου», μου λέει. «Αμ, η δική σου, ούτε για ένα κέρατο δεν είμαι άξια…»

Ο «παντρεμένος» είχε ξαναφορέσει τη βέρα στο δεξί. «Μήπως να το αφήσουμε…» άφησε να αιωρείται στον αέρα. Η απάντηση ήρθε από τη μουσική του ασανσέρ… «Τα λόγια είναι περιττά, την ώρα που χωρίζουμε…»

Συνεχίζεται…

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

Να χτυπούν τα τακουνάκια...


Στο τσιμέντο, στα πλακάκια, τα "κόκκινα χαλιά" και στις "Τρύπες". Και χτυπούν στον ρυθμό της καρδιάς τους. Όλα φωνάζουν "κύριε Πέτρεεεεεεε". Μόνο μια προειδοποίηση αναβοσβήνει στο τακουνάκι μας, τσοκαράκια μου, Warning σαν το αγαπημένο τραγούδι μας αυτή την περίοδο. Και ξέρετε κάτι το λένε και Έλληνες.
Είπαμε μπορεί να μην είμαστε ροκ, αλλά σίγουρα είμαστε stilletos τσόκαρα γι' αυτό δεν θα μπορούσαμε να μην τα χτυπούμε για χάρη των Need's, all we need at the moment. Μοιραστειτε τη χαρά μας, κάπως ανατρεπτικά όπως μας ταιριάζει.

Mια ανάσα από τον Πέτρο!


Τσοκαράκια μου αγαπημένα, σε εσάς το λέω, που έχω μοιράστει τόσα και τόσα το τελευταίο διάστημα. Βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να σας πω ότι είμαι μια ανάσα από τον Πέτρο του καλοκαιρού, το αγόρι με τον ήλιο στα μαλλιά.
Τι ανείπωτη χαρά με πλημμυρίζει; Λέτε να δώσει ο Θεός, όχι ο Louboutin ο άλλος, και να ξανασταθώ μπροστά του; Χωρίς τα τακούνια, αφού μου αρέσει που είναι τόσο ψηλός και χρειάζεται να σηκώνομαι στις μύτες μου για να τον αγκαλιάσω.
Να χώσω τα δάχτυλά μου στα χρυσά του μαλλιά, να χαθώ μέσα στα γαλανά του μάτια και κάπου εκεί να αναφωνήσει με την ζεστή βαθιά του φωνή, "Αγγελέ μου".
Λέτε τσοκαράκια μου, όσα μου απομείνατε να διαβάζετε τις τσοκαρίες μου, να βρεθώ ξανά μαζί του; Σαν πολύ δεν κράτησε το "Αντε Γεια" μας; Τα δρακόντεια μέτρα του Πέτρου κατά της τσοκαρίας μας;

Εμείς είμαστε η εξαίρεση σε όλα όσα έχει ζήσει, γι' αυτό ελπίζουμε να τους πατήσει τους κανόνες του. Εξάλλου γι' αυτό δεν είναι οι κανόνες, για να παραβιάζονται. Όπως το γνωστό "Από Δευτέρα δίαιτα" ή "Δεν θέλω να σου ξαναμιλήσω ποτέ", στα οποία ενδίδουμε ξανά και ξανά και ξανά.



Θα τους άρει ο Πέτρος του καλοκαιριού, μόλις ξαναδει τα τακουνάκια μου να του κάνουν σήματα Μορς, "Μα για να του κάνουμε εντύπωση dear".
Υπάρχουν στοιχεία πια, ντοκουμέντα, δεν είναι απλά ένας ευσεβής πόθος μας. Τι συγκλόνισαν τα τακουνάκια μας και κόντεψαν να σπάσουν; Ο Πέτρος, ο ανεκπλήρωτος έρωτας μας, ο άνθρωπος που μίλησε στην ψυχή μας περισσότερο και από την "φωνή", μέσα σε μόλις μία ώρα, μαζί με την αναζήτηση... Αχ, τι θυμήθηκα! Αυτός ο άνθρωπος αυτός, που θα μπορούσε να είναι ο άλλος μου εαυτός, είναι τόσο δίπλα μου.
Η αλήθεια είναι ότι είχα παραδώσει τα όπλα, είχα αποφασίσει να μην αφήσω τα τακουνάκια μου να στραβοπατήσουν ξανά για χάρη του, εκεί ο Θεός, είπαμε όχι ο Louboutin αλλά ο άλλος, έδωσε ένα του σημάδι μόνο... έτσι για να ζω.
Άλλη μια βραδιά από εκείνες που η αργία τέχνας κατεργάζεται, κοίταζα τους φίλους της πρώην συμμαθήτριάς μου Σοφίας, παιδικής μου φίλης και "πολύ jet", όπως συνήθιζε να λέει, όταν να... μπροστά στα γουρλωμένα μου μάτια - για να βλέπω καλύτερα - τσοκαράκια μου, φιγουράρει πρώτος πρώτος ο μικρός αδελφός του Πέτράν... Ο κλώνος του με πράσινα μάτια. Το Αvatar του και μάλιστα σε 3D χωρίς τα γυαλιά.
Πόσο μικρός είναι , όχι ο αδελφός του καλέ, ο κόσμος. Τόσος δα. Μια σταλιά και δεν με χωράει.
Στο άδειο σπίτι, μεσάνυχτα και κάτι, φώναζα "Κύριε Πέτρεεεεεεεε" και θαρρώ για πρωτη φορά, σαν να άκουσαν να μου απαντά "Έλα". Βρήκα μια άκρη τελικά από το μίτο του Πέτρου. Μας χωρίζει μόνο μια ανάσα. Σαν την καυτή του ανάσα πάνω στον λαιμό μου στα Μηττάτα, μόλις μια ανάσα πριν το τέλος.

Είναι τελικά το Κάρμα μου, το κισμέτ, της μοίρας μου το γραφτό, ο κύκλος με την κιμωλία που δεν έκλεισε καλά. Θα τα ξαναπούμε, τώρα είμαστε μόνο μια ανάσα. Μια βαθιά εισπνοή λοιπόν και μακροβούτι για να με βγάλουν οι μοίρες, καθώς κλώθουν τη ζωή μου,ο Ποσειδώνας ανακατεύοντας τα νερά με την τρίαινά του, στον Πέτρο του καλοκαιριού. Μια ανάσα από το να τον κερδίσω. Το μόνο που θα αποφύγω αυτή τη φορά είναι να ξαναγίνω Τακης Τσουκαλάς με κορμί Κάτιας Ζυγούλη. Δεν θα ξαναπώ "Άντε Γεια" Πέτρο μου, δεν θα ξαναπώ "Αντε Γεια".
Λέτε σύντομα να έχουμε το "ΑΝΤΕ ΓΕΙΑ" (φτου, φτου μακριά) B' κύκλος με happy end;

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2010

Αφήστε με μόνη...


Τσοακράκια μου, πάλι έχω τις κλειστές μου. Δεν θέλω να βλέπω κανέναν. Όλοι μου οι φίλοι με πρόδωσαν. Κι όσοι δεν ήταν φίλοι μου και οι κολλητοί. Όσο για τους πρώτους απαιτήσεις δεν είχα, αλλά από τους δεύτερους;
Μόνη διέξοδος το facebook. Είσαι συνδεδεμένος ανα πάσα ώρα και στιγμή με ανθρώπους και μπορείς να ανταλλάξεις μια κουβέντα. Γιατί αν περιμένεις από τους άλλους... έλεος!
Χωρίς δουλειά, χωρίς φίλους, χωρίς τακούνια... τι ζωή κι αυτή τσοκαράκια μου!
Δεν θέλω να βλέπω κανέναν, αφού αποδείχθηκαν όλοι τους πολύ λίγοι.

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

Σερραϊκά νούμερα... συνέχεια


Στέλνετε mail ότι σας άρεσε η νέα στήλη των Τσοκαριών, "Σερραϊκά νούμερα". Κι εμάς πάρα πολύ, γι' αυτό ετοιμαστείτε για το επόμενο Top 5 των σερραίων TVstars παρουσιάστε! Μείνετε καρφωμένα εδώ τσοκαράκια μου για το countdown των "εκλεκτών χαζοβιόληδων".

Ο Μαλάκας τέλος...


Ο Μαλάκας διαβάζει τσοκαρίες και μας τηλερφώνησε. Πάνω που δίνει μια χαρά, όπως όλοι οι μαλάκες, στο πενταπλάσιο την παίρνει πίσω. "Σε λυπήθηκα. Ξεφτιλίζεσαι..." Αν είναι έτσι καλύτερα να μην μας πάρεις καν... άσε μας στον πόνο μας, έχουμε συνηθίσει. Όταν κάνεις κάτι πρέπει να το κάνεις με την καρδιά σου, αλλιώς μην το κάνεις καθόλου.
Παραδέχτηκε ότι μας έκλεψε σχετικά με τον τίτλο της ραδιο-φονικής του εκπομπής. Αλήθεια είναι, γιατί να το κρύψει άλλωστε. "Πες μου τσοκαράκι μου, που ο νους σου κατεβάζει ένα μεγάλο λάχανο πόσους ντολμάδες βγάζει;" ρώτησε για τον τίτλο της εκπομπής και απαντήσαμε "Hard rock Alleluia". Καλή επιτυχία, δεν ζητάμε και τα ευσημα. Μεταξύ μας όμως ειλικρίνεια, αφού τίποτα αλλο δεν υπάρχει.
Ειναι αληθές πως δεν είμαστε και τα πιο σταθερά, στις απόψεις τους, όχι στην ισσοροπία τσοκαράκια, αλλά αυτή τη φορά ΤΕΛΟΣ. Δεν οφελεί να αναλώνουμε το χρόνο μας σε ανθρώπους, οι οποίοι μαλάκα δεν εκτιμούν τίποτα. Μείνε στον ροκ μικρόκοσμό σου, να ονειρεύεσαι να κατακτήσεις όλο τον κόσμο και στο κοριτσάκι σου που "αν αδίκω πληγώσαμε". Το μόνο που δεν θέλουμε είναι να μας λυπάσαι, σου την επιστρέφουμε τη "λύπηση". Α, κάτι ακόμη, τσόκαρα είμαστε θα ξεφτιλιζόμαστε ΟΣΟ θέλουμε και ΟΣΟ αντέχουμε.
Μάθε όμως τη διαφορά της έννοιας "τσοκαρία" από "κατίνα". Γιατί το δεύτερο δεν υπήρξαμε, ούτε θα γίνουμε τώρα στα γεράματα. Αντίο, εσύ χάνεις, που μας χάνεις. Αυτό θα το θυμάσαι κανένα βράδυ όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με τις ερινύες σου. Αφού καλά δεν μας φέρθηκες.

Ως κύκνειο άσμα σου αφιερώνουμε τον ύμνο σου, Μαλάκα. "Είπες λόγια στη μέση που παράτησες... ενώ εμείς ξέρεις ότι και 500χλμ κάναμε για σένα! Εσύ είσαι μόνο θεωρία!"